Η γυναίκα στο Βυζάντιο

Η γυναίκα της βυζαντινής περιόδου  ζει μια ζωή περιορισμένη, σαφώς οριοθετημένη, ακολουθώντας τους κανόνες και τις παραδόσεις.  Η γυναίκα αντιμετωπίζεται σαν ένα ον με έμφυτες αδυναμίες,  σωματικές αλλά και ηθικές. Ο τομείς στους οποίους της επιτρέπεται να αναδειχτεί είναι η  οικογένεια και  η φιλανθρωπία,  σε αντίθεση με τον άνδρα που μπορεί να δράσει και να αναδειχτεί σε όλο το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

Στο σπίτι: Ζει το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της στο σπίτι. Στο Στρατηγικόν του Κεκαυμένου διαβάζουμε : "Τας θυγατέρας του ως καταδίκους είχε εγκεκλεισμένας και απροόπτους ". Οι έξοδοι, πάντα με συνοδεία, για την εκκλησία, τα πανηγύρια και το λουτρό, καθώς και οι επισκέψεις σε συγγενικά πρόσωπα, ήταν οι μόνες κοινωνικά αποδεκτές δραστηριότητες της γυναίκας έξω από το σπίτι. Επίσης, δεν ήταν ευπρεπές να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τους άνδρες, παρά μόνο αν ήταν πολύ στενά συγγενικά της πρόσωπα, όπως για παράδειγμα ο πατέρας, ο σύζυγος και οι αδελφοί. Συχνά έτρωγε σε χωριστή αίθουσα, όπως σε χωριστά δωμάτια από τους άντρες περνούσε την ημέρα της. Από πολύ μικρή μάθαινε "τα του οίκου", ενώ οι γραμματικές γνώσεις της  ή ήταν ανύπαρκτες ή περιορίζονταν συνήθως σε γραφή και ανάγνωση.
Η προίκα: Σκοπός της προίκας ήταν η συντήρηση των παιδιών ιδιαίτερα στην περίπτωση θανάτου του άνδρα. Όταν πέθαινε η γυναίκα, η προίκα ανήκε στα παιδιά της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σύζυγος, αν και διαχειριζόταν την προίκα, δεν μπορούσε εύκολα να την απαλλοτριώσει. Η γυναίκα μάλιστα μπορούσε να προσφύγει σε δικαστήριο, αν έκρινε ότι ο άντρας της δεν διαχειριζόταν σωστά την προίκα της. Αν πάλι χήρευε η σύζυγος, τότε γινόταν αυτή διαχειριστής της περιουσίας του μακαρίτη και προστάτης των παιδιών. Με άλλα λόγια αναγνωριζόταν ως αρχηγός της οικογενείας, φτάνει να μην ξαναπαντρευόταν

Εργασία:  Στον επαγγελματικό τομέα ο ρόλος της γυναίκας ήταν μικρός. Συχνά η ανάγκη εξουδετέρωνε τους κοινωνικούς κανόνες. Η φτώχεια υποχρέωνε πολλές γυναίκες  να βγαίνουν στην αγορά για να βγάλουν το ψωμί τους, ασκώντας τα επαγγέλματα της βιοτέχνισσας, πουλώντας έργα φτιαγμένα από τα χέρια τους, της υφάντριας,  κ. α. Οι φτωχές γυναίκες δούλευαν στα χωράφια και στα εργαστήρια της οικογένειάς τους. Λίγες γυναίκες, μορφωμένες, ήταν ιατροί που θεράπευαν το γυναικείο πληθυσμό. Άλλες, οι λεγόμενες κοινές, ζούσαν στα μιμαρεία( λαϊκά θέατρα) και στα καπηλειά. Ένα επάγγελμα περιφρονημένο και κοινωνικά απαράδεκτο ήταν οι θεατρίνες που έφτασε να θεωρείται περίπου συνώνυμο της πόρνης. Ασκώντας τέτοιου είδους επαγγέλματα για να ζήσουν, οι γυναίκες του Βυζαντίου ήταν νομοθετικά αποκλεισμένες από άλλα σοβαρότερα και αξιολογότερα. Μια γυναίκα δεν μπορούσε να ασκήσει δημόσιο λειτούργημα, ούτε να γίνει δικαστίνα ή δικηγορίνα. Σύμφωνα με την Ιουστινιάνεια νομοθεσία το να καθίσει μια έγγαμη γυναίκα και να γευματίσει με τη συντροφιά τρίτων αντρών θεωρούνταν λόγος διαζυγίου

Η συμπεριφορά

  Η γυναίκα, ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη έπρεπε να μάθει να ακούει, να πειθαρχεί και να σωπαίνει. Η γυναικεία φλυαρία  επικρίνεται , πόσο μάλλον όταν γίνεται μέσα στην εκκλησία. Οι γυναίκες  δεν πρέπει να  γελάνε μπροστά σε άντρες, να μην κοιτάζουν τους άντρες στα μάτια, να μην χασκογελούν πίσω από τα πατζούρια τους με τους περαστικούς, να μην μιλούν άσχημα, να αποφεύγουν τα συχνά λουτρά  να κυκλοφορούν με σκεπασμένο το κεφάλι.  Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις γυναικών που αγνοούσαν τα παραπάνω κάνοντας τη δική τους μικρή επανάσταση και σκανδάλιζαν τους πάντες εισπράττοντας μειωτικούς χαρακτηρισμούς, όπως για παράδειγμα   "η ασκέπαστος" και η "αναμαλλαρέα", αν κυκλοφορούσαν χωρίς να φοράνε μαντήλι στο κεφάλι.
Σπουδαίες βυζαντινές

Στη μακραίωνη περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίες λίγες σχετικά γυναίκες  κατόρθωσαν να υπερβούν τα όρια που τους έθετε το φύλο τους και να αφήσουν ανεξίτηλα ίχνη της δράσης τους. Η  αποκατάσταση των εικόνων κατά την εικονομαχία προωθήθηκε από τρεις  γυναίκες, τις αυτοκράτειρες Ειρήνη, Ευφροσύνη και Θεοδώρα, ενώ ενεργό ρόλο γενικότερα έπαιξαν οι γυναίκες  που στήριξαν τη λατρεία μέσω των εικόνων . Άλλες σπουδαίες γυναίκες που φόρεσαν την πορφύρα ήταν η Αγία Ελένη(μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου), η   Θεοδώρα(σύζυγος του Ιουστινιανού) , η Ευδοκία (σύζυγος του Θεοδοσίου Β') , η Ειρήνη η Αθηναία(σύζυγος του Λέοντα Δ'),η Θεοδώρα(σύζυγος του Θεόφιλου)  η Ζωή (σύζυγος τριών αυτοκρατόρων) η Θεοφανώ (σύζυγος Ρωμανού Β΄ ).                   
             Ελάχιστες γυναίκες, αποκλειστικά από την αριστοκρατική τάξη, μπόρεσαν να αποκτήσουν ευρύτατη μόρφωση. Τέτοιες φωτισμένες γυναίκες με μεγάλη πνευματική καλλιέργεια - πέρα από την Άννα Κομνηνή - ήταν η φιλόσοφος Υπατία στην Αλεξάνδρεια, η Πουλχερία( αδελφή του Θεοδοσίου Β)΄, η σύζυγός του Αθηναΐδα-Ευδοκία, η σπουδαία υμνωδός της ορθόδοξης εκκλησίας Κασσιανή. Η ανιψιά του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, Θεοδώρα Ραούλαινα Παλαιολογίνα κατείχε στη βιβλιοθήκη της πολλούς κώδικες με έργα αρχαίων Ελλήνων κλασικών, ορισμένους από τους οποίους είχε αντιγράψει η ίδια.
               Οι περισσότερες από αυτές τις φωτισμένες γυναίκες μορφώθηκαν όχι με το να φοιτήσουν σε κάποια ανώτατη Σχολή, αλλά με το να μαθητεύσουν κοντά σε κάποιον λόγιο λαϊκό ή κληρικό ή ακόμη και μόνο με την προσωπική τους προσπάθεια και μελέτη.